Μετάφραση του "scheikundige" σε Ελληνικά

Το χημικός είναι η μετάφραση του "scheikundige" σε Ελληνικά.

scheikundige noun adjective masculine γραμματική

Een wetenschapper die de chemie beoefent.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χημικός

    noun masculine

    επάγγελμα - ιδιότητα

    Een goede bommenmaker is zowel scheikundige, als elektricien en speelgoedontwerper.

    Ο καλός βομβιστής είναι λίγο χημικός, λίγο ηλεκτρολόγος και λίγο παιχνιδοποιός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scheikundige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scheikundige" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scheikundige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη