Μετάφραση του "schenker" σε Ελληνικά
Το οινοχόος είναι η μετάφραση του "schenker" σε Ελληνικά.
schenker
Iemand die doneert.
-
οινοχόος
noun masculineZoals Jozef gezegd had, werd de bakker gedood en werd de schenker in zijn functie hersteld.
Ο αρτοποιός εκτελέστηκε, όπως ακριβώς είχε προείπει ο Ιωσήφ, ενώ ο οινοχόος αποκαταστάθηκε στη θέση του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schenker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη