Μετάφραση του "scheppen" σε Ελληνικά

Οι δημιουργώ, πλάθω, γράφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheppen" σε Ελληνικά.

scheppen verb noun γραμματική

het doen ontstaan uit niets [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργώ

    verb

    παράγω κτ., κάνω να υπάρξει κτ. που πριν δεν υπήρχε

    God heeft de wereld geschapen.

    Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.

  • πλάθω

    verb

    schept deze gezamenlijke cultuur een begrip bij bemiddelaars

    αυτή η κοινή νοοτροπία είναι που πλάθει την κατανόηση του διαμεσολαβητή

  • γράφω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γράφω σε
    • φτυαρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scheppen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scheppen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φαράσι · φτυάρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scheppen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη