Μετάφραση του "schijnbaar" σε Ελληνικά

Οι φαινομενικά, φαινομενικός, προφανώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schijnbaar" σε Ελληνικά.

schijnbaar adjective adverb γραμματική

Van de schijn alleen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαινομενικά

    adjective

    Het tijdperk van schijnbaar overvloedige en goedkope hulpbronnen loopt ten einde.

    Αυτή η εποχή των φαινομενικά άφθονων και φθηνών πόρων φτάνει στο τέλος της.

  • φαινομενικός

    adjective

    14. (a) Wat zou een verklaring kunnen vormen voor Petrus’ schijnbare vrijmoedigheid van spreken?

    14. (α) Πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί ο φαινομενικός αυθορμητισμός με τον οποίο μιλούσε ο Πέτρος;

  • προφανώς

    adverb

    Van de schijn alleen.

    Het belangrijkste aspect van deze zaken ligt echter niet in die schijnbare tegenstrijdigheid.

    Ωστόσο, το κεντρικό ζήτημα στο πλαίσιο των προκειμένων διαφορών δεν αφορά αυτό το προφανώς παράδοξο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δήθεν
    • κατ' επίφαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schijnbaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "schijnbaar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schijnbaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη