Μετάφραση του "schijndood" σε Ελληνικά
Οι λήθαργος, ληθαργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schijndood" σε Ελληνικά.
schijndood
-
λήθαργος
noun masculine -
ληθαργία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schijndood " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη