Μετάφραση του "schoenmaker" σε Ελληνικά

Οι τσαγκάρης, υποδηματοποιός, παπουτσής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schoenmaker" σε Ελληνικά.

schoenmaker noun masculine γραμματική

Een persoon die beroepswijze schoeisel maakt en herstelt.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσαγκάρης

    noun masculine

    beroep

    De schoenmaker heeft een leest gebruikt, de vorm van iemands voet, uitgesneden in hout.

    Ο τσαγκάρης χρησιμοποίησε καλαπόδι, το σχήμα του ποδιού σκαλισμένο σε ξύλο.

  • υποδηματοποιός

    noun masculine

    Kleermaker, hoedenmaker schoenmaker, manufacturier.

    Ράφτης, καπελάς, υποδηματοποιός, καλτσοπώλης.

  • παπουτσής

    noun masculine

    Als ik het allemaal opnieuw kon doen... zou ik boer, schoenmaker en diaken worden, net als m'n vader.

    Αν έπρεπε να τα ξανακάνω όλα από την αρχή, θα γινόμουν ένας αγρότης, παπουτσής διάκος όπως ο πατέρας μου.

  • τςαγκάρης

    De schoenmaker heeft een leest gebruikt, de vorm van iemands voet, uitgesneden in hout.

    Ο τσαγκάρης χρησιμοποίησε καλαπόδι, το σχήμα του ποδιού σκαλισμένο σε ξύλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoenmaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoenmaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη