Μετάφραση του "slijk" σε Ελληνικά
Οι λάσπη, πηλός, βόρβορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slijk" σε Ελληνικά.
slijk
noun
neuter
γραμματική
mengsel van aarde, vuil en water
-
λάσπη
noun feminineIk laat onze naam niet nog eens door het slijk halen.
Δεν θα δω το οικογενειακό μας όνομα να σέρνεται ξανά στην λάσπη.
-
πηλός
noun masculine -
βόρβορος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γύψος
- ιλύς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " slijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη