Μετάφραση του "spelen" σε Ελληνικά
Οι παίζω, υποδύομαι, παιχνίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spelen" σε Ελληνικά.
spelen
verb
noun
γραμματική
Zodanig handelen dat men pret heeft; deelnemen aan activiteiten met het uitdrukkelijke doel te recreëren. [..]
-
παίζω
verbZij kan piano spelen.
Ξέρει να παίζει πιάνο.
-
υποδύομαι
verbIk weet welke rol je wilt dat ik speel, en dat ben ik zat.
Ξέρω για ποιο ρόλο με θες και βαρέθηκα να υποδύομαι.
-
παιχνίδι
noun neuterVader leerde me het spel toen ik 12 was.
O πατέρας μου μ'έμαθε το παιχνίδι, όταν ήμουν δώδεκα χρονών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spelen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spelen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παιχνίδι · αγώνας · παίγνια · παίγνιο · παίξιμο · παιχνίδι · συνάντηση
-
Παραολυμπιακοί Αγώνες
-
άρτον και θεάματα
-
Παιχνίδια χωρίς σύνορα
-
δανείζομαι
-
τράπουλα
-
παιγνιοθήκη
-
Ολυμπιακοί Αγώνες · ολυμπιακοί αγώνες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη