Μετάφραση του "splitsen" σε Ελληνικά

Οι διαχωρισμός, σχίζω, διαιρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "splitsen" σε Ελληνικά.

splitsen verb γραμματική

in twee of meer delen uiteen gaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρισμός

    noun

    De verplichting te splitsen wordt door de verwijzende rechter aangeduid als het „splitsingsgebod”.

    Το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει τη σχετική υποχρέωση ως «υποχρέωση διαχωρισμού».

  • σχίζω

    verb
  • διαιρώ

    verb
  • διασπώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " splitsen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "splitsen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "splitsen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη