Μετάφραση του "splitsing" σε Ελληνικά

Οι διαίρεση, διχοτόμηση, διακλάδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "splitsing" σε Ελληνικά.

splitsing noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαίρεση

    noun feminine

    Deze splitsing had een grondiger analyse van de voorstellen voor de zaken mogelijk moeten maken.

    Η διαίρεση αυτή θα έπρεπε να είχε καταστήσει δυνατή την περισσότερο εμπεριστατωμένη ανάλυση των προτάσεων υποθέσεων.

  • διχοτόμηση

    noun feminine

    Na de splitsing van het koninkrijk in 997 v.G.T. stelde Jerobeam te Dan en Bethel in het noordelijke koninkrijk Israël de kalveraanbidding in.

    Μετά τη διχοτόμηση του βασιλείου το 997 Π.Κ.Χ., ο Ιεροβοάμ καθιέρωσε τη μοσχολατρία στο βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, στη Δαν και στη Βαιθήλ.

  • διακλάδωση

    noun feminine

    E. punt dat overeenkomt met het votiefaltaar dicht bij de splitsing die naar de hermitage van S.

    E. σημείο τομής που αντιστοιχεί στον αναθηματικό βωμό δίπλα στην διακλάδωση που οδηγεί στο ερημητήριο της S.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μερισμός
    • τεμαχισμός
    • διαμερισμός
    • δίστρατο
    • δίχαλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " splitsing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "splitsing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "splitsing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη