Μετάφραση του "spreker" σε Ελληνικά
Οι ομιλητής, ρήτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spreker" σε Ελληνικά.
spreker
-
ομιλητής
noun masculineIk was misschien niet de meest originele spreker, maar ik werd een ster.
Δεν ήμουν ο πιο πρωτότυπος ομιλητής, αλλά έγινα διάσημος.
-
ρήτορας
nounopenbaar spreker
Bail, je bent de beste publieke spreker die ik ken.
Bail, είσαι ο καλύτερος δημόσιος ρήτορας που γνωρίζω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spreker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spreker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσια ομιλία
-
παρακινητικός ομιλητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη