Μετάφραση του "stemmen" σε Ελληνικά
Οι ψηφίζω, ψηφίσει, ψήφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stemmen" σε Ελληνικά.
deelnemen aan een verkiezing [..]
-
ψηφίζω
verbHet bezoldigingsbeleid moet openbaar worden gemaakt zodra de aandeelhouders er tijdens de algemene vergadering over hebben gestemd.
Η πολιτική αποδοχών θα πρέπει να γνωστοποιείται δημοσίως χωρίς καθυστέρηση αφότου οι μέτοχοι έχουν ψηφίσει στη γενική συνέλευση.
-
ψηφίσει
Ik zal niet vóór het verslag stemmen als deze amendementen niet worden aangenomen.
Δεν θα ψηφίσω υπέρ της έκθεσης, εάν οι συγκεκριμένες τροπολογίες δεν εγκριθούν.
-
ψήφος
noun feminineBij staking van stemmen geeft de stem van de voorzitter de doorslag.
Σε περίπτωση ισοψηφίας η ψήφος του Προέδρου είναι αποφασιστική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άγω
- εκλέγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stemmen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stemmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φωνή · ψήφος · ψηφοφορία
-
καταμέτρηση των ψήφων
-
πλειοψηφία
-
Φωνή
-
Λευκή ψήφος · λευκή ψήφος
-
έγκυρα ψηφοδέλτια
-
κατανομή των ψήφων
-
άκυρη ψήφος