Μετάφραση του "stemmer" σε Ελληνικά
Οι ψηφοφόρος, εκλογέας, εκλέκτορασ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stemmer" σε Ελληνικά.
stemmer
noun
masculine
γραμματική
-
ψηφοφόρος
noun masculineWe hebben opportunisten de wil van stemmers zien verdraaien.
Έχουμε δει καιροσκόπους να διαστρεβλώνουν τη βούληση των ψηφοφόρων.
-
εκλογέας
masculine -
εκλέκτορασ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stemmer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη