Μετάφραση του "sterfelijk" σε Ελληνικά

Οι θνητός, θνητό, θανάσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sterfelijk" σε Ελληνικά.

sterfelijk adjective γραμματική

Voorbestemd uiteindelijk te sterven (bij een persoon of levend wezen).

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θνητός

    adjective masculine

    In het sterfelijk leven hebben we de zekerheid van de dood en de last van zonde.

    Στη θνητή ζωή έχουμε τη βεβαιότητα του θανάτου και το βάρος της αμαρτίας.

  • θνητό

    En m'n legers. En het simpele feit dat geen sterfelijke hand mij kan vernietigen.

    Εξάλλου υπάρχει ο στρατός μου και το γεγονός πως θνητό χέρι δεν μπορεί να με καταστρέψει.

  • θανάσιμος

    adjective masculine

    Stop je hoofd in het zand van je dierbare sterfelijke wereldje.

    Θάψτε το κεφάλι σας στην άμμο από τον πολύτιμο θανάσιμο κόσμο δικοί σας,

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θανάσιμη
    • θανάσιμο
    • θνητή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterfelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sterfelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θανάσιμη · θανάσιμο · θανάσιμος · θνητή · θνητό · θνητός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterfelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη