Μετάφραση του "sterfte" σε Ελληνικά

Το θνησιμότητα είναι η μετάφραση του "sterfte" σε Ελληνικά.

sterfte

het aantal sterfgevallen in een bepaalde tijd of in bepaalde omstandigheden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θνησιμότητα

    noun feminine

    De bevoegde instanties onderzoeken dan elk geval van significant toegenomen sterfte bij een kwekerij.

    Η αρμόδια αρχή διερευνά κάθε σημαντικά ηυξημένη θνησιμότητα σε κάποια εκμετάλλευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterfte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterfte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη