Μετάφραση του "stijfheid" σε Ελληνικά

Το άμυλο είναι η μετάφραση του "stijfheid" σε Ελληνικά.

stijfheid noun feminine γραμματική

De eigenschap of staat van stijf te zijn.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμυλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stijfheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stijfheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη