Μετάφραση του "stijging" σε Ελληνικά

Το αύξηση είναι η μετάφραση του "stijging" σε Ελληνικά.

stijging noun feminine γραμματική

Een hoeveelheid waarmee een kwantiteit is toegenomen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    Wel is er een duidelijke stijging te zien van het aandeel elektriciteit dat wordt opgewekt uit biomassa.

    Είναι σαφής η αύξηση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stijging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stijging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη