Μετάφραση του "stollen" σε Ελληνικά

Το συμπηγνύω είναι η μετάφραση του "stollen" σε Ελληνικά.

stollen verb noun γραμματική

overgaan van een vloeibare naar een vaste toestand [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπηγνύω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stollen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stollen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη