Μετάφραση του "stom" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, βλάκας, ηλίθιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stom" σε Ελληνικά.

stom adjective γραμματική

geluidloos [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine

    Tekort gedaan door de Heer en zo stom als een rund.

    Ο Θεός ξέχασε να του δώσει μυαλό και είναι ηλίθιος σαν το μουλάρι.

  • βλάκας

    noun masculine

    Jij bent te stom om het zelf te pakken.

    Ξέρω ότι είσαι τόσο βλάκας που δε θα της τα πάρεις.

  • ηλίθιο

    adjective

    Als hij niet iets stom zegt, hij zegt iets stoms.

    Αν δεν λέει κάτι χαζό, τότε λέει κάτι ηλίθιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλίθια
    • ανόητος
    • χαζός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη