Μετάφραση του "storing" σε Ελληνικά
Το δυσλειτουργία είναι η μετάφραση του "storing" σε Ελληνικά.
storing
noun
feminine
γραμματική
een hinderlijke onderbreking, een bepaald proces wordt onderbroken of bemoeilijkt
-
δυσλειτουργία
noun feminineBlikseminslag met schade aan het luchtvaartuig of defect of storing van een systeem van het luchtvaartuig tot gevolg.
Κεραυνοπληξία που είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη στο αεροσκάφος, απώλεια ή δυσλειτουργία οποιουδήποτε συστήματός του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " storing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη