Μετάφραση του "stopper" σε Ελληνικά
Το στοπ είναι η μετάφραση του "stopper" σε Ελληνικά.
stopper
noun
masculine
γραμματική
een voorwerp waarmee iets afgestopt of afgesloten kan worden
-
στοπ
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stopper " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη