Μετάφραση του "strijden" σε Ελληνικά

Οι αγωνίζομαι, μαλώνω, τσακώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strijden" σε Ελληνικά.

strijden verb noun γραμματική

ondanks weerstand een doel proberen te bereiken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνίζομαι

    verb

    Dankzij deze herinneringsactiviteiten worden zij die voor onze vrijheid hebben gestreden en er nog steeds voor strijden, geëerd.

    Το έργο αυτό τιμά τη μνήμη όσων αγωνίστηκαν και αγωνίζονται έως σήμερα για την ελευθερία μας.

  • μαλώνω

    verb
  • τσακώνομαι

    verb

    Betrokken zijn in een fysieke confrontatie.

    Als minister zal ik... blijven strijden met het leger.

    Ως Υπουργός Ναυτικών θα συνεχίσω να τσακώνομαι με το Στρατό.

  • πάλη

    noun feminine

    We zijn toch zeker te dichtbij de strijd om generaals te kunnen zijn.

    Είμαστε πολύ κοντά στην πάλη για να είμαστε στρατηγοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strijden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strijden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγωνίζομαι
  • καταπολέμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς
  • αγώνας · αλληλοσπαραγμός · διαμάχη · διαπάλη · διαφωνία · εχθροπραξίες · μάχη · πάλη · πόλεμος · σύγκρουση · σύρραξη
  • μάχη των φύλων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strijden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη