Μετάφραση του "strijd" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, μάχη, διαμάχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strijd" σε Ελληνικά.

strijd noun verb masculine γραμματική

Vechten; strijden voor de overwinning. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    Ook is duidelijk dat de strijd voor de instandhouding van de rechten op verdediging nog niet is afgelopen.

    Είναι επίσης σαφές ότι δεν έχει λήξει ακόμα ο αγώνας για τη διατήρηση του δικαιώματος υπεράσπισης.

  • μάχη

    noun feminine

    Nog een strijd wordt hier gevoerd maar op een veel langere tijdschaal.

    Μια άλλη μάχη μαίνεται εδώ, αλλά μεγαλύτερης διάρκειας.

  • διαμάχη

    noun feminine

    Een toestand van oppositie of onenigheid tussen ideeën, interesses, enz.

    We kunnen niet eeuwig blijven strijden over de vraag wiens recht van toepassing moet zijn.

    Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε αενάως αυτή τη διαμάχη για το ποιανού το δίκαιο θα εφαρμοστεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύγκρουση
    • σύρραξη
    • πόλεμος
    • εχθροπραξίες
    • διαπάλη
    • αλληλοσπαραγμός
    • διαφωνία
    • πάλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strijd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strijd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strijd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη