Μετάφραση του "trekken" σε Ελληνικά

Οι τραβώ, ελκύω, προσελκύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trekken" σε Ελληνικά.

trekken verb noun γραμματική

op een voorwerp een kracht uitoefenen in een richting die ervan wegvoert [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τραβώ

    verb

    Ασκώ μια δύναμη (σε ένα αντικείμενο) έτσι ώστε να κινείται προς την αφετηρία αυτής της δύναμης.

    Voor een extra cent, mochten ze de kast openen en eraan trekken.

    Με μια επιπλέον πένα μπορούσαν να ανοίξουν την βιτρίνα και να τραβήξουν την ουρά της.

  • ελκύω

    verb

    Ασκώ μια δύναμη (σε ένα αντικείμενο) έτσι ώστε να κινείται προς την αφετηρία αυτής της δύναμης.

    De markt lijkt een aangename plek, maar het trekt de slechtste mensen aan.

    Η αγορά μπορεί να φαίνεται φιλικό μέρος, αλλά ελκύει τα χειρότερα είδη ανθρώπων.

  • προσελκύω

    verb

    Een mannelijke bultrugwalvis zingt om een partner aan te trekken.

    Μία αρσενική φάλαινα τραγουδά για να προσελκύσει ταίρι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταδέχομαι
    • μειώνώ
    • χαμηλώνω
    • κατεβάζω
    • καταβιβάζω
    • έλκω
    • αιτούμαι
    • σέρνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trekken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trekken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trekken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη