Μετάφραση του "trek" σε Ελληνικά

Οι όρεξη, χαρακτηριστικό, πείνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trek" σε Ελληνικά.

trek noun verb common γραμματική

Lust naar voedsel.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όρεξη

    noun feminine

    Ja, een ritje voor het ontbijt geeft me altijd een gezonde trek.

    Ναι, μια βόλτα πριν το πρωινό μου δίνει πάντα μια υγιή όρεξη.

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Het uitgedroogde weefsel heeft zijn trekken totaal verstoord.

    Εεε, ο αποξηραμένος ιστός έχει παραμορφώσει τελείως τα χαρακτηριστικά του θύματος.

  • πείνα

    noun feminine

    Dit stilt je trek... en zorgt er tegelijkertijd voor dat je helemaal high wordt.

    Ικανοποιεί την πείνα και ταυτόχρονα σε " ανεβάζει ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ελκυσμός
    • μετανάστευση ζώων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Trek

Trek (fiets)

+ Προσθήκη

"Trek" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Trek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "trek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγνοώ
  • κρέμασμα, τράβηγμα και διαμελισμός
  • χαρακτηριστικό
  • καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνώ · χαμηλώνω
  • Σταρ Τρεκ
  • αιχμαλωτίζω
  • έλκω · αιτούμαι · ελκύω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνώ · προσελκύω · σέρνω · τραβώ · χαμηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη