Μετάφραση του "trouw" σε Ελληνικά
Οι πιστός, ακέραιος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trouw" σε Ελληνικά.
trouw
adjective
verb
noun
γραμματική
op wie men steeds opnieuw een beroep kan doen [..]
-
πιστός
nounMaar ik ben een trouwe cliënt, hij is bereid ons te ontmoeten.
Αλλά είμαι πιστός πελάτης και συμφώνησε να μας δει.
-
ακέραιος
adjective -
αγαθός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αληθινός
- πιστή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " trouw " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "trouw"
Φράσεις παρόμοιες με "trouw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πιστή · πιστός
-
θα με παντρευτείς
-
νυμφεύομαι · παντρεύομαι · παντρεύω · στεφανώνομαι
-
έγγαμος · παντρεμένη · παντρεμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη