Μετάφραση του "trouwen" σε Ελληνικά

Οι παντρεύομαι, στεφανώνομαι, νυμφεύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trouwen" σε Ελληνικά.

trouwen verb noun γραμματική

het aangaan van een officiële verplichting tussen twee personen om voor elkaar te zorgen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παντρεύομαι

    verb

    het aangaan van een officiële verplichting tussen twee personen om voor elkaar te zorgen [..]

    Ik ga een Kennedy trouwen en jullie gedragen je als idioten.

    Μόλις έμαθα ότι παντρεύομαι ένα ισχυρό πρόσωπο κι εσείς συμπεριφέρεστε σαν ηλίθιοι.

  • στεφανώνομαι

  • νυμφεύομαι

    verb

    Edward heeft gelijk door helemaal niet te trouwen.

    Ο Edward έχει την σωστή οπτική μην νυμφευόμενος.

  • παντρεύω

    verb

    Als er twee dingen zijn waar ik van hou, dan is het mensen laten trouwen,

    Υπάρχουν δύο πράγματα που λατρεύω να κάνω. Να παντρεύω ανθρώπους που αγαπιούνται...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trouwen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trouwen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πιστή · πιστός
  • θα με παντρευτείς
  • έγγαμος · παντρεμένη · παντρεμένος
  • αγαθός · ακέραιος · αληθινός · πιστή · πιστός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trouwen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη