Μετάφραση του "tweevoudig" σε Ελληνικά

Οι διττός, διπλάσιος, διπλάσια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tweevoudig" σε Ελληνικά.

tweevoudig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διττός

    adjective masculine

    Wat waterkrachtinstallaties betreft, moet worden opgemerkt dat de impact daarvan op het milieu tweevoudig kan zijn.

    Όσον αφορά τις υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, σημειώνεται ότι ο περιβαλλοντικός τους αντίκτυπος μπορεί να είναι διττός.

  • διπλάσιος

    adjective

    het tweevoudige van de voor deze stof volgens punt 6.1.1 toegelaten tolerantie.

    διπλάσια ανοχή από αυτήν που επιτρέπεται για την ουσία αυτή σύμφωνα με το σημείο 6.1.1.

  • διπλάσια

    adjective

    het tweevoudige van de voor deze stof volgens punt 6.1.1 toegelaten tolerantie.

    διπλάσια ανοχή από αυτήν που επιτρέπεται για την ουσία αυτή σύμφωνα με το σημείο 6.1.1.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tweevoudig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tweevoudig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tweevoudig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη