Μετάφραση του "twijfel" σε Ελληνικά
Οι αμφιβολία, απορία, Αμφιβολία - Αμφισβήτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "twijfel" σε Ελληνικά.
twijfel
noun
verb
masculine
γραμματική
gevoel van onzekerheid ten aanzien van wat men moet doen, geloven e.d. [..]
-
αμφιβολία
noun femininegevoel van onzekerheid ten aanzien van wat men moet doen, geloven e.d.
Een dergelijk onderzoek is enkel vereist wanneer er twijfel bestaat over de aanvaardbaarheid van de prijs.
Η εξέταση αυτή απαιτείται μόνο όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η τιμή.
-
απορία
noun feminineZijn er twijfels over de leiding?
Τώρα, υπάρχει καμιά απορία για το ποιος είναι αρχηγός;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " twijfel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Twijfel
-
Αμφιβολία - Αμφισβήτηση
Φράσεις παρόμοιες με "twijfel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμφιβάλλω · διστάζω · υποπτεύομαι
-
διστακτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη