Μετάφραση του "twijfeling" σε Ελληνικά

Το αμφιβολία είναι η μετάφραση του "twijfeling" σε Ελληνικά.

twijfeling

Een vertraging te wijten aan onzekerheid in de geest of schrik.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφιβολία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " twijfeling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "twijfeling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη