Μετάφραση του "vasten" σε Ελληνικά

Οι νηστεύω, νηστεία, Σαρακοστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vasten" σε Ελληνικά.

vasten verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νηστεύω

    verb

    Hij zei dat hij twee keer per week vastte en zijn tiende betaalde.

    Είπε ότι νήστευε δύο φορές την εβδομάδα και ότι πλήρωνε τα δέκατά του.

  • νηστεία

    noun feminine

    In de Schrift worden vasten en bidden vaak samen genoemd.

    Στις γραφές η προσευχή και η νηστεία αναφέρονται μαζί.

  • Σαρακοστή

    proper feminine

    We gaan vasten en het is niet goed op deze manier.

    Μπαίνουμε στη Σαρακοστή και δεν πρέπει να μείνεις έτσι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίαιτα
    • Νηστεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vasten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vasten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στερεό σωματίδιο
  • άκακος · ήδη · αβλαβής · αδιάκοπος · αιώνιος · ακίνδηνος · ακατάπαυστος · στερεό · στερεός · συχνή · συχνό · συχνός
  • σταθερή κατανάλωση υλικών
  • σταθερό έγγραφο
  • ενωτικό χωρίς διακοπή
  • σταθερό πλέγμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vasten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη