Μετάφραση του "verbinden" σε Ελληνικά
Οι συνδέω, σύνδεση, σύνδεσμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbinden" σε Ελληνικά.
twee of meer onderdelen aan elkaar vastmaken [..]
-
συνδέω
verbEn in de kamer van m'n vader is er een ventilatieschacht die met haar kamer verbind.
Στο δωμάτιο του πατέρα μου, υπάρχει ένα άνοιγμα, που συνδέεται με το δωμάτιό της.
-
σύνδεση
noun feminineHet verhaal klopt, die twee moorden zijn verbonden.
Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην κοπέλα και τον Ρούσο.
-
σύνδεσμος
noun masculineDoor een dergelijke koppeling worden twee of meer signaleringen met elkaar verbonden.
Ένας τέτοιος σύνδεσμος έχει σκοπό την επισήμανση της σχέσης που υπάρχει μεταξύ δύο ή περισσοτέρων καταχωρίσεων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αθροίζω
- δένω
- καυλώνω
- τεντώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verbinden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Σύνδεση
Het verhaal klopt, die twee moorden zijn verbonden.
Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην κοπέλα και τον Ρούσο.
Φράσεις παρόμοιες με "verbinden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδεδεμένος, η ταυτότητα του χρήστη ελέγχθηκε
-
εργοδοτική συνομοσπονδία
-
συνεχόμενος
-
συνδεδεμένος χρήστης
-
κιβωτός της διαθήκης
-
Αυτόματη σύνδεση
-
παντρεύομαι · παντρεύω
-
Κιβωτός της Διαθήκης