Μετάφραση του "verbinding" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, γραμμή, ένωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbinding" σε Ελληνικά.

verbinding noun feminine γραμματική

verbinden of samenvoegen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine

    De koppelingsinrichting moet een hechte verbinding met het geduwde vaartuig of de geduwde vaartuigen mogelijk maken.

    Οι ζευκτικές διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν να διασφαλίζεται μία άκαμπτη σύνδεση με το ή τα ωθούμενα σκάφη.

  • γραμμή

    noun feminine

    De aanbestedingen worden afzonderlijk voor elk van de verbindingen uitgeschreven.

    Οι τρεις προσκλήσεις υποβολής προσφορών προκηρύσσονται ανεξάρτητα για εκάστη γραμμή.

  • ένωση

    noun feminine

    De verbinding moet een voorziening bevatten die een onderlinge beïnvloeding van beide leidingen voorkomt.

    Η ένωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει διάταξη που να αποτρέπει αλληλεπίδραση των σωληνώσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεσμός
    • αρμός
    • Σύνδεσμος
    • συνδυασμός
    • συμβολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbinding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verbinding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbinding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη