Μετάφραση του "verdachte" σε Ελληνικά
Οι ύποπτος, ύποπτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verdachte" σε Ελληνικά.
verdachte
noun
adjective
verb
masculine
γραμματική
Een persoon die verdacht wordt van iets, het begaan van een misdaad in het bijzonder.
-
ύποπτος
noun masculineDe verdachte verzocht me zijn stervensverklaring op te nemen.
Ο ύποπτος ζήτησε να καταγράψω την επιθανάτια δήλωσή του.
-
ύποπτη
feminineWe zoeken de buurt af, maar de andere verdachte is nog niet gezien.
Ψάχνουμε την περιοχή, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουμε βρει ίχνη της άλλης υπόπτου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verdachte " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "verdachte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποπτεύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη