Μετάφραση του "verdediger" σε Ελληνικά
Οι υπερασπιστής, συνήγορος, υποστηρικτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verdediger" σε Ελληνικά.
In sommige teamsporten een positie achter te meeste spelers van het team. [..]
-
υπερασπιστής
noun masculineIemand die met overtuiging een stelling, ideaal of plan verdedigd.
Ik ben altijd een verdediger geweest van het geloof en de Kerk.
Πάντα υπήρξα υπερασπιστής της πίστης και άνθρωπος της Εκκλησίας.
-
συνήγορος
noun masculineDe publiek verdediger is klaar om het op te geven.
Ο δημόσιος συνήγορος είναι έτοιμος να τα παρατήσει.
-
υποστηρικτής
noun masculineEen verwant Grieks woord, pa·ra·kleʹtos, kan betrekking hebben op een verdediger in een juridische kwestie.
Η συγγενική λέξη παράκλητος μπορεί να αναφέρεται σε κάποιον που ενεργεί ως υποστηρικτής σε ένα νομικό ζήτημα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υπέρμαχος
- αμυντικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " verdediger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate