Μετάφραση του "versperring" σε Ελληνικά
Το οδόφραγμα είναι η μετάφραση του "versperring" σε Ελληνικά.
versperring
noun
feminine
γραμματική
Een obstructie in een pijp of buis.
-
οδόφραγμα
noun neuterMet een betonnen versperring en mitrailleurs aan beide kanten.
Με οδόφραγμα και οπλοπολυβόλα και στις δυο πλευρές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " versperring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη