Μετάφραση του "vertrouweling" σε Ελληνικά

Το μυστικοσύμβουλος είναι η μετάφραση του "vertrouweling" σε Ελληνικά.

vertrouweling noun masculine γραμματική

persoon die wordt vertrouwd; persoon behorend tot de directe omgeving;

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυστικοσύμβουλος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vertrouweling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vertrouweling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη