Μετάφραση του "vertrouwen" σε Ελληνικά

Οι εμπιστοσύνη, πίστη, εμπιστεύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vertrouwen" σε Ελληνικά.

vertrouwen verb noun neuter γραμματική

het geloof in betrouwbaarheid van een persoon [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπιστοσύνη

    noun feminine

    Deze samenwerking is gebaseerd op wederzijds vertrouwen en flexibiliteit.

    Αυτή η μορφή συνεργασίας βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και ελαστικότητα.

  • πίστη

    noun feminine

    Ik heb volledig vertrouwen in onze medezoeker naar de waarheid.

    Έχω κάθε πίστη στον συνάδελφο μας αναζητητή της αλήθειας.

  • εμπιστεύομαι

    verb

    Ik vertrouw hen, maar we moeten hen hiervoor beschermen.

    Τους εμπιστεύομαι, αλλά πρέπει να τους προστατεύσουμε από αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αξιοπιστία
    • πίστωση
    • καταπίστευμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vertrouwen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vertrouwen
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπιστοσύνη

    noun

    Deze samenwerking is gebaseerd op wederzijds vertrouwen en flexibiliteit.

    Αυτή η μορφή συνεργασίας βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και ελαστικότητα.

Φράσεις παρόμοιες με "vertrouwen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vertrouwen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη