Μετάφραση του "verwerpen" σε Ελληνικά

Οι απορρίπτω, αποκηρύσσω, απαρνούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verwerpen" σε Ελληνικά.

verwerpen verb γραμματική

afwijzen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρίπτω

    verb

    De onderneming moest bijgevolg als handelaar worden beschouwd en dit argument moest dan ook worden verworpen.

    Η εταιρεία έπρεπε, επομένως, να θεωρηθεί έμπορος και το επιχείρημα αυτό να απορριφθεί.

  • αποκηρύσσω

    verb

    Ik verwerp zijn verachtelijke en waardeloze zoon Jezus Christus.

    Αποκηρύσσω τον χυδαίο και ανάξιο γιο του Ιησού Χριστό.

  • απαρνούμαι

    verb

    Ik verwerp al het kwaad.

    Απαρνούμαι όλο το κακό.

  • ακυρώνω

    verb

    vernietiging van de bestreden beslissing, voor zover daarbij het beroep is verworpen;

    να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στο βαθμό που με αυτήν απορρίπτεται η προσφυγή·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verwerpen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verwerpen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη