Μετάφραση του "verwerven" σε Ελληνικά

Οι αποκτώ, αγοράξω, αγοράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verwerven" σε Ελληνικά.

verwerven verb γραμματική

Het bemachtigen of verkrijgen van een iets. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκτώ

    verb

    Zij kan met name roerende en onroerende goederen verwerven of vervreemden en in rechte optreden.

    Δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

  • αγοράξω

  • αγοράζω

    verb

    Een onderneming heeft een exclusief recht verworven om een autosnelweg met tolheffing te exploiteren gedurende dertig jaar.

    Μία επιχείρηση έχει αγοράσει ένα αποκλειστικό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τα διόδια σε αυτοκινητόδρομο για 30 έτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφομοίωση
    • κατορθώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verwerven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verwerven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verwerven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη