Μετάφραση του "voeden" σε Ελληνικά

Οι τρέφω, κινώ, διατρέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voeden" σε Ελληνικά.

voeden verb γραμματική

van voedsel voorzien [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέφω

    verb

    Wie me ook leert hoe ik me moet voeden.

    Δεν έχει σημασία ποιος με μαθαίνει να τρέφομαι.

  • κινώ

    verb
  • διατρέφω

    Verb verb

    Dieren behorend tot soorten die gewoonlijk door de mens worden gevoed en gehouden dan wel geconsumeerd.

    Τα ζώα που ανήκουν σε είδη που συνήθως διατρέφονται και φυλάσσονται ή καταναλίσκονται από τον άνθρωπο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voeden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voeden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη