Μετάφραση του "voelen" σε Ελληνικά

Οι αισθάνομαι, μυρίζω, μυρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voelen" σε Ελληνικά.

voelen verb γραμματική

gewaarworden door aanraking, meestal met betrekking tot temperatuur of druk [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισθάνομαι

    verb

    In een of andere gemoedstoestand zijn. [..]

    Ik begin meer en meer te voelen voor ontoerekeningsvatbaarheid.

    Αρχίζω να αισθάνομαι όλο και πιο άνετα με την επίκληση παραφροσύνης.

  • μυρίζω

    verb

    Er is iets mis, dat voel ik op mijn klompen aan.

    Κάτι παει λάθος, το μυρίζω απο ένα μίλι μακριά.

  • μυρίζομαι

    verb

    Ze wil dat ik me voel alsof ik stink.

    Θέλει να με κάνει να αισθάνομαι ότι μυρίζω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voelen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "voelen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voelen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη