Μετάφραση του "voeren" σε Ελληνικά

Οι οδηγώ, μεταφέρω, τρέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voeren" σε Ελληνικά.

voeren verb γραμματική

geleiden, ergens heen brengen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγώ

    verb

    Tenzij de regelgevende instanties bij de besluitvorming over investeringen worden betrokken, zullen verwarring en stagnatie de boventoon voeren.

    Τα παραπάνω θα οδηγήσουν σε σύγχυση και παράλυση εκτός και αν στις λαμβανόμενες αποφάσεις συμμετέχουν οι ρυθμιστικές αρχές.

  • μεταφέρω

    verb

    Het geroosterde graan wordt naar de maalafdeling gevoerd, waar het in molens wordt gemalen.

    Ο φρυγμένος σπόρος μεταφέρεται στο χώρο άλεσης όπου αλέθεται με τη χρήση μύλων.

  • τρέφω

    verb

    En dan voer je dat lijden elke keer zo, dat het blijft.

    Κι ύστερα τρέφεις αυτόν τον πόνο μεθοδικά, με ακρίβεια, για να έχει διάρκεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voeren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "voeren"

Φράσεις παρόμοιες με "voeren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voeren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη