Μετάφραση του "vrijwillig" σε Ελληνικά
Οι εθελοντικός, εθελοντικά, προαιρετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vrijwillig" σε Ελληνικά.
vrijwillig
adjective
γραμματική
niet gedwongen [..]
-
εθελοντικός
adjective masculineZelfs bij de lidstaten onderling is dit een vrijwillige code.
Ακόμη και μεταξύ των κρατών μελών είναι ένας εθελοντικός κώδικας.
-
εθελοντικά
adverbOp een vrijwillige manier.
Sommige landen hebben nauwkeurige juridische regelingen, in andere landen functioneren regelingen op vrijwillige basis.
Κάποιες χώρες έχουν ακριβή νομικά συστήματα, άλλες έχουν αποτελεσματικά εθελοντικά συστήματα.
-
προαιρετικός
adjective masculineEen dergelijke vrijwillige toepassing mag echter niet worden genegeerd.
Μια τέτοια προαιρετική εφαρμογή δεν μπορεί ωστόσο να αγνοηθεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκούσιος
- εθελούσιος
- αυθόρμητος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vrijwillig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vrijwillig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εθελοντής · εθελοντισμός
-
εθελοντική θητεία
-
εθελονική πυροσβεστική υπηρεσία
-
διεθνείς εθελοντές
-
χώρος οικολογικής προστασίας από εθελοντές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη