Μετάφραση του "vrijwilliger" σε Ελληνικά

Οι εθελοντής, εθελοντισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vrijwilliger" σε Ελληνικά.

vrijwilliger noun adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθελοντής

    noun masculine

    Tom is een vrijwilliger.

    Ο Τομ είναι εθελοντής.

  • εθελοντισμός

    noun

    Vrijwilligerswerk dient het algemeen welzijn en dat doen ook de vrijwilligers zelf.

    Ο εθελοντισμός και οι εθελοντές εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vrijwilliger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vrijwilliger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vrijwilliger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη