Μετάφραση του "waarborg" σε Ελληνικά

Οι προφύλαξη, προσοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waarborg" σε Ελληνικά.

waarborg noun verb masculine γραμματική

een geldbedrag of iets anders dat tijdelijk gegeven wordt als onderpand voor het geval men een verplichting niet na kan komen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφύλαξη

    noun feminine

    De verpakking moet zodanig zijn dat deze een goede bescherming van het produkt waarborgt .

    Η συσκευασία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εξασφαλίζει μια κατάλληλη προφύλαξη του προϊόντος .

  • προσοχή

    noun feminine

    De waarborgen op het gebied van gegevensbescherming in de bestaande instrumenten moeten zorgvuldig worden nageleefd.

    Οι διασφαλίσεις για την προστασία δεδομένων στα υφιστάμενα μέσα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waarborg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "waarborg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waarborg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη