Μετάφραση του "waard" σε Ελληνικά

Οι αγαπητός, αδελφικός, αγαπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waard" σε Ελληνικά.

waard adjective noun masculine γραμματική

de baas van een herberg of van een taveerne

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπητός

    adjective masculine
  • αδελφικός

    adjective
  • αγαπημένος

    particle masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waard " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "waard" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waard" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη