Μετάφραση του "wandelen" σε Ελληνικά

Οι περπατώ, βαδίζω, περιπατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wandelen" σε Ελληνικά.

wandelen verb γραμματική

een wandeling maken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περπατώ

    verb

    Wel. Ik denk dat ze niet veel meer wandelt.

    Δεν πιστεύω ότι το περπατάει και πολύ πια.

  • βαδίζω

    verb

    Hij zal naast u wandelen en u zelfs dragen als uw nood het hoogst is.

    Θα βαδίζει δίπλα σας και μάλιστα θα σας μεταφέρει, όταν η ανάγκη σας είναι μεγαλύτερη.

  • περιπατώ

    verb
  • πάω βόλτα

    Ik wou na de middag een eindje wandelen.

    'Ελεγα να την πάω βόλτα μετά το φαγητό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wandelen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wandelen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wandelen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη