Μετάφραση του "wandeltocht" σε Ελληνικά

Το περίπατος είναι η μετάφραση του "wandeltocht" σε Ελληνικά.

wandeltocht
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίπατος

    noun masculine

    Wandelaars trainen wanneer ze maar kunnen, en velen maken korte wandelingen om zich op lange wandeltochten voor te bereiden.

    Οι πεζοπόροι ασκούνται όποτε μπορούν, και πολλοί κάνουν μικρούς περιπάτους προετοιμαζόμενοι για μεγάλες πεζοπορίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wandeltocht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wandeltocht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη