Μετάφραση του "wantrouwig" σε Ελληνικά

Το καχύποπτος είναι η μετάφραση του "wantrouwig" σε Ελληνικά.

wantrouwig adjective γραμματική

Twijfel voelend of latend blijken. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καχύποπτος

    adjective masculine

    Geen kenteken, getinte ruiten, ik ben officieel wantrouwig.

    Χωρίς πινακίδες, με φιμέ τζάμια, είμαι επίσημα καχύποπτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wantrouwig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wantrouwig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη